AAR: Τεταρτιάδα 18 Μαρτίου

Συνεχίζουμε το Χρονικό της Μεγάλης Ηρέννιας. Είχαμε αφήσει τους παίκτες στο Δόντι, τον παραθαλάσσιο πύργο του σφετεριστή Δομιτιανού, ενός πρώην πειρατή που θέλει να νομιμοποιηθεί ως άρχοντας.

ΧΡΟΝΙΚΟ: 22-25 ΠΑΝΗΜΟΥ

Οι ήρωες, τα Καθάρματα της Κρύπτης
Κούκο Κουνούπι, γνωστός βιρτουόζος
Αέτιος, πολεμιστής
Φαντάσμο, Ντουέργκι βαλλιστροφόρος
Μυστική Μυστικού, μάγισσα που αγαπάει τις μπάλες φωτιάς
Μελχισεδέχ, αιρετικός

Μαζί τους:
Νιχάλ, Δαρατανός πολεμιστής
Γαλής, βαστάζος

Παζάρια με τον Δομιτιανό
Οι ήρωες ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες και ο Δομιτιανός τους είπε όσα ήξερε: Στα Βράχια των Μαρμαρωμένων, ένα πλοίο του προσάραξε ως αποτέλεσμα συνδυασμού κακοκαιρίας και μεθυσμένου πληρώματος. Καθώς ο τόπος είναι γνωστό λημέρι δύο γοργόνων, που μετατρέπουν οποιονδήποτε σε πέτρα με ένα βλέμα, το πλήρωμα εγκατέλειψε το κουφάρι του πλοίου κακήν κακώς. Ο Δομιτιανός θέλει να ασφαλιστεί η περιοχή ώστε να στείλει άντρες να μαζέψουν το φορτίο. Ο Κούκο ζήτησε 8000 ασημένια νομίσματα ως ανταμοιβή και ο Δομιτιανός δέχτηκε χωρίς να το σκεφτεί πολύ.

Παρόλα αυτά, οι ήρωες αποφάσισαν ότι καλύτερα να πάνε πίσω στην Ηρέννια. Εκεί σκέφτηκαν ότι θα βρουν αλχημικά φίλτρα και αντικείμενα που θα τους βοηθήσουν να αντισταθούν στην κατάρα κάθε γοργόνας. Επιπλέον, η Μυστική είχε ανακτήσει το βιβλίο με ξόρκια του εξαφανισμένου μάγου Ερατοσθένη Τίμαιου και ήθελε να το μελετήσει.

Επιστροφή στην Ηρέννια
Έτσι τα Καθάρματα της Κρύπτης πήραν τον δρόμο της επιστροφής, αν και έκαναν μια παράκαμψη για να πάνε ως το ποταμό και να δουν πέρα από την απέναντι όχθη τα Βράχια των Μαρμαρωμένων, τουλάχιστον από μακριά. Λόγω της έντονης καταιγίδας όμως δεν είδαν παρά μόνο το αχνό σχήμα των γκρεμών.

Το ταξίδι πίσω ήταν χωρίς προβλήματα και έτσι έφτασαν στην Ηρέννια βρεγμένοι, αλλά ασφαλείς.

Βρήκαν την πόλη σε κακή κατάσταση. Τόσο στους δρόμους όσο και στις κατακόμβες, πολλοί κάτοικοι έβηχαν, άλλοι ήταν κρεβατωμένοι και κυκλοφορούσαν παντού ενοχλητικές χοντρές μύγες.

Στην μαύρη αγορά, γύρω από το γνωστό γιγάντιο πέτρινο κεφάλι δαιμονικής μορφής που στέκει ανάποδα στις Κατακόμβες, αγόρασαν χειροβομβίδες και δύο φίλτρα κατοπτρικών οφθαλμών, που προστατεύουν από τη βασκανία.

Στη συνέχεια έφυγαν από την Ηρέννια, αφού φοβήθηκαν μήπως κολλήσουν κάποια ασθένεια, και πλήρωσαν μια οικογένεια χωρικών έξω από τα όρια της πόλης, για να τους φιλοξενήσει.

Η μυστηριώδης νόσος
Η Μυστική έμεινε στο αγροτόσπιτο για να μάθει το ξόρκι ριπή κεραυνού, από το γριμόριο του Ερατοσθένη Τίμαιου. Οι υπόλοιποι αφιέρωσαν τον χρόνο για να ερευνήσουν τι γίνεται με την ασθένεια που ταλαιπωρεί την πόλη και αν σχετίζεται με τον δαίμονα Σι. Αυτή η έρευνα χρειάστηκε αρκετά μπρος-πίσω και πήρε λίγες μέρες. 

Μιλώντας με τον Σελβέστρ, την επαφή τους στον υπόκοσμο, και με άλλους, αιρετικούς και άρχοντες, έμαθαν ότι τα νέα κρούσματα έπαψαν στον Πύργο του Ιωάννη και άρχησαν στην Ηρέννια την ίδια μέρα που ένας αιρετικός Αντίθεος βρέθηκε δολοφονημένος μυστηριωδώς επάνω στο δαιμονικό πέτρινο κεφάλι στις κατακόμβες. Συμπέραναν ότι κύριος ύποπτος ήταν ένας ζητιάνος που είχε εργαστεί στο εργοτάξιο του Πύργο του Ιωάννη, ήταν οπωσδήποτε από τους πρώτους που αρρώστησαν και έφυγε ξαφνικά στις 19 του μήνα, χωρίς να πληρωθεί τα δεδουλευμένα του, ενώ στη συνέχεια φαίνεται πως κήρυττε το δόγμα του Σι παράνομα στις κατακόμβες.

Αυτά τα μοιράστηκαν με τον Πρωτογένη και τον Κελίγκ, τον Καστελάνο του Πύργου, που υποσχέθηκαν να βοηθήσουν. Ο Κελίγκ ενημέρωσε τους Μυστικούς.

Επιστροφή στην στοά των τεράτων
Αφού τώρα είχαν έναν ύποπτο που θα μπορούσε να είναι ο αρχιερέας του Σι, τα Καθάρματα της Κρύπτης αναρωτήθηκαν πού μπορεί να είναι. Οι κατακόμβες είναι άλλωστε γεμάτες με κρυψώνες και σφραγισμένες στοές, και πολλές από αυτές κρύβουν κινδύνους.

Τότε θυμήθηκαν ότι οι ίδιοι είχαν καταστρέψει τα πνεύματα και τις σκιές που στοίχειωναν την στοά των τεράτων, που ανοίχτηκε πρόσφατα. Πήγαν προς τα εκεί και εντόπισαν πρόσφατα ίχνη και, τελικά, τον ίδιο τον ζητιάνο, σε ένα από τα εγκαταλειμένα καταφύγια. Αυτός τους επιτέθηκε ουρλιάζοντας αλλά τον έβαλαν κάτω, τον έδεσαν, και τον πήγαν σηκωτό στον Πύργο του Ιωάννη και στους Μυστικούς.

Εκεί ύστερα από βασανιστήρια παραδέχτηκε ότι είναι ο αρχιερέας του Σι, αλλά δεν έδωσε κάποιο χρήσιμο στοιχείο για να αντιμετωπίσουν την ασθένεια. Επιπλέον, οι ήρωες φοβήθηκαν ότι, αν τον σκοτώσουν, ο δαίμονας απλά θα βρει κάποιον άλλο κακόμοιρο να τον χρίσει αρχιερέα του.

Έτσι αποφάσισαν να μπουν στα υπόγεια του Πύργου, εκεί που ο Σι φανερώθηκε πρώτη φορά στον Πρωτογένη, για να βρουν τον ναό του. Η Μυστική αναγκάστηκε να παρατήσει τη μελέτη για να βοηθήσει την ομάδα.

Ο Κάτω Κόσμος
Οι σήραγγες κάτω από τον Πύργο οδήγησαν τα Καθάρματα της Κρύπτης σε μια μεγάλη σήραγγα, όπου βρήκαν γιγάντιες αράχνες, έναν πέτρινο βωμό σε κάποιον ξεχασμένο θεό (που τον κατέστρεψαν με σφυριά) και μια παγίδα τηλεμεταφοράς που χώρισε τον Κούκο και τον Μελχισεδέχ από τους άλλους, προσωρινά.

Οι τοιχογραφίες πρόδιδαν κάποια αρχαία λατρεία του δαίμονα-ταύρου Σι και, τελικά, έδειξαν τον δρόμο για τον ναό του: Ένα μεγάλο κτίσμα με περιστύλιο και ένα πέτρινο άγαλμα ενός ταυροκέφαλου άντρα, 15 μέτρα ψηλό. Όλα αυτά τα βρήκαν μέσα σε ένα θαυμαστό, γιγάντιο σπήλαιο, που φωτίζονταν από ένα λαμπερό νέφος στην οροφή του, ίσως και 100 μέτρα ψηλότερα.

Τα καθάρματα γκρέμισαν το άγαλμα, έκλεψαν τις προσφορές και ξεπάστρεψαν κάποιες επικίνδυνες άρπυιες, χρησιμοποιώντας χειροβομβίδες.

Τελικά βρήκαν μια στενή πέτρινη σκάλα, που οδηγούσε στα υπόγεια του ναού, στα βάθη των βαθών κάτω από τη Γη. Σχεδόν αμέσως βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια μικρή ορδή από σμερδάκια, που γρήγορα ανατίναξε η Μυστική με τις μπάλες φωτιάς της.

Τι άλλο κρύβοταν εκεί κάτω, δεν μπορούσαν να φανταστούν...