AAR: Τεταρτιάδα 4 Μαρτίου
Θα ξεκινήσω να καταγράφω τις περιπέτειες της παρέας. In medias res, ξέρω, αλλά έτσι αρμόζει σε κάθε μεγάλο έπος. Κι όσο πάει!
Χρονικό της Μεγάλης Ηρέννιας / Τεταρτιάδα
Σύστημα: ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΜΑ.
Οι ήρωες:
Κούκο Κουνούπι, γνωστός βιρτουόζος
Μυστική Μυστικού, μάγισσα που αγαπάει τις μπάλες φωτιάς
Αέτιος, πολεμιστής
Μελχισεδέχ, αιρετικός
Μαζί τους:
Νιχάλ, Δαρατανός πολεμιστής
Γαλής, βαστάζος
Τα ανδραγαθήματά τους ως τώρα:
Από την 1η του Δαίσιου, 498 ΑΙ, η παρέα έχει αφήσει ήδη το στίγμα της στην Ηρέννια και τους γύρω τόπους. Σκότωσαν τον Ποντικάνθρωπο του Καλικαντζαρόκαστρου και βρήκαν τον μυθικό θησαυρό του κάστρου. Ανακάλυψαν τον τάφο του Νάνου βασιλιά Ντούργκιν Ρότμπαρντ και έκλεψαν τα πλούτη του. Γαλήνεψαν την ψυχή του Φαρούση πρίγκιπα Ισφαχάνι και της πριγκίπισσάς του στις κατακόμβες της Ηρέννιας. Επέζησαν από την παγίδα μυστηριώδη μάγου στα ίδια υπόγεια και τον σκότωσαν. Φόνευσαν τον Κυνοκέφαλο λήσταρχο στα δάση δυτικά της πόλης. Επέδραμαν την έπαυλη του σκλαβέμπορου Μπάμπακ και ελευθέρωσαν τον μάγο Πρωτογένη και την χαμένη αδερφή του Νιχάλ. Ανέκτησαν τη Λεπίδα του Πνεύματος από τη Μιαρή Κρύπτη. Νίκησαν τους Όγκρους και πήραν πίσω τη Βίγλα του Καλογήρου.
Και τώρα, την 15η του Πάνημου, κυνηγούν τον νεκρομάντη δολοφόνο Αχιλλέα Ιάρετ...
Το πράγμα στο ποτάμι
Πρωινές ώρες την 15η του Πάνημου, οι ήρωες ξεκίνησαν για τα δάση βορειοδυτικά της Ηρέννιας, καταδιώκοντας τον νεκρομάντη δολοφόνο Αχιλλέα Ιάρετ. Στο πέρασμα του ποταμού τους βγήκε μπροστά ένα αλλόκοτο πλάσμα με ανθρώπινο σώμα, ψηλό και μυώδες, καλυμμένο με γούνα, με κεφάλι κροκοδείλου και κέρατα ταράνδου. Βγήκε από τα νερά, τους προειδοποίησε να βρουν τον Ιερέα του αφέντη του, του Σι, και να τον προσκυνήσουν, γιατί ο Σι θα καταστρέψει τον κόσμο τους. Έπειτα χάθηκε πάλι στο ποτάμι.
Ο Πρωτογένης και ο πύργος του Σούρα
Οι ήρωες γύρισαν πίσω στην Ηρέννια και επισκέφτηκαν τον μάγο Πρωτογένη, τον μόνο που γνώριζαν με σχέση με τον Σι, αφού τον στοίχειωνε από τότε που είχε κατεβεί στα υπόγεια του Κάστρου του Ιωάννη. Ο Πρωτογένης τους είπε ότι ο δαίμονας δεν τον ενοχλεί εδώ και δύο μέρες, πράγμα ανησυχητικό, αφού ίσως έχει βρει άλλον για Ιερέα, κάποιον κοντινό του ή κάποιον από τους εργάτες του κάστρου.
Για να μάθουν περισσότερα, αποφάσισαν να επισκεφτούν τον μάγο Σούρα τον Εξώκοσμο, που ζει σε έναν παλιό πύργο στα ερείπια των παλιών τειχών. Ο Πρωτογένης τους προειδοποίησε ότι είναι απόμακρος και μάλλον επικίνδυνος, αλλά πήγε μαζί τους. Στον πύργο βρήκαν μια βαριά σιδερένια πόρτα με αποτροπαϊκή μαγεία, που την επιβεβαίωσε ο Μελχισεδέχ. Κανείς δεν απάντησε στα χτυπήματα. Ο Κούκο σκαρφάλωσε και βρήκε μια καταπακτή με σιδεριές, άκουσε ένα αχνό βουητό και μύρισε κάποιο εξωτικό βότανο. Μέρα μεσημέρι, δεν επιχείρησαν να μπουν με τη βία.
Ο Πρωτογένης ανέλαβε να ψάξει τις βιβλιοθήκες της πόλης για τον Σι, όσο οι ήρωες συνέχιζαν την αποστολή τους.
Ο Πύργος της Αράχνης και το πανηγύρι
Μετά από έρευνα στην εξοχή και συνομιλίες με ντόπιους (που είχαν δει τους νεκρούς υπηρέτες του Ιάρετ στη βόρεια όχθη) οι ήρωες έφτασαν στον Πύργο της Αράχνης. Ο Ύπαρχος Βασίλειος τους δέχτηκε με εκτίμηση, θαύμασε τα κατορθώματά τους ενάντια σε νεκροζώντανους, και τους έδωσε ό,τι πληροφορίες είχε για τους γύρω τόπους.
Κάνοντας μια βόλτα στο κοντινό πανηγύρι περιπλανώμενων, οι ήρωες απέφυγαν τα ύποπτα φίλτρα και επισκέφτηκαν την γριά μάντισσα Κιαντόχτ. Εκείνη τους διάβασε τα χαρτιά και τους οδήγησε στον κιτρινοφορεμένο μάγο Κορνεγιές. Με τη δεύτερη προσπάθεια, ο Κορνεγιές έσπασε την κατάρα ασχήμιας που βάραινε τον Κούκο και πληρώθηκε πλούσια με ασήμι, ένα εξαιρετικό σπαθί και το ίδιο το καταραμένο κράνος. Ο Αέτιος είδε για πρώτη φορά το αληθινό πρόσωπο του συντρόφου του.
Το αρχαίο θέατρο
Οι ήρωες διανυχτέρευσαν στον Πύργο χωρίς απρόοπτα. Το επόμενο πρωί άφησαν τα άλογα και τον βαστάζο Γαλή πίσω και μπήκαν στο δάσος πεζή. Τρία αγριογούρουνα εμφανίστηκαν στον δρόμο τους και τράπηκαν σε φυγή. Σύντομα βρήκαν το μονοπάτι των νεκρών: ρούχα και προσωπικά αντικείμενα χωρικών πεταμένα στο χώμα, που τους οδήγησαν στον προορισμό τους.
Στο αρχαίο θέατρο τους περίμενε μια σκηνή περίεργη. Πάνω από εκατό ζωντανοί-νεκροί κάθονταν στις θέσεις τους σαν κοινό, ενώ στη σκηνή ο Αχιλλέας Ιάρετ, ένας ψηλός, γεροδεμένος, μακρυμάλλης Ορελιανός, έβγαζε φλόγινο λόγο. Τους αποκαλούσε "αδέρφια του" και τους παρακινούσε να σώσουν τον κόσμο από κάποιο μεγάλο κακό που έρχεται. Στο τέλος, οι νεκροί σηκώθηκαν και κινήθηκαν στο δάσος και ο Ιάρετ, σαν βοσκός, ακολούθησε.
Η ενέδρα
Οι ήρωες έστησαν ενέδρα. Πρώτος χτύπησε ο αόρατος Κούκο, σχεδόν κόβοντας τον λαιμό του θωρακισμένου αλλά ανυποψίαστου νεκρομάντη. Στη σύγχυση που ακολούθησε ο Ιάρετ λαβώθηκε ξανά, πριν οι νεκροζώντανοι προλάβουν να κλείσουν τον κλοιό γύρω του. Τα ξόρκια της Μυστικής απέτυχαν, αλλά ο Αέτιος κατάφερε το τελειωτικό χτύπημα, και με τον θάνατο του νεκρομάντη, όλοι οι νεκροί κατέρρευσαν γύρω του, ξανά πτώματα.
Επιστροφή και νέα ερωτήματα
Στο σώμα του Ιάρετ βρέθηκαν δύο γράμματα από κάποιον "Ονειροβόρο", ένα από δύο μήνες πριν, ένα από λίγες μέρες.
Φαίνεται πως μοιράζονταν κοινούς σκοπούς και είχαν συναντηθεί σε κάποιον Μαύρο Οβελίσκο.
Οι ήρωες παρέδωσαν τον νεκρό Ιάρετ στον Ύπαρχο Βασίλειο. Εκείνος με τη σειρά του αποκάλυψε την τοποθεσία του Μαύρου Οβελίσκου: λίγες μέρες ανατολικά, σε άγριους και απόμερους τόπους.
Η επιστροφή στη Μεγάλη Ηρέννια έγινε χωρίς προβλήματα.

